acquirable
acq
ˈək
ēk
ui
waɪə
vaie
rable
rəəbl
rēēbl

Ορισμός και σημασία του "acquirable"στα αγγλικά

acquirable
01

αποκτήσιμος, προσληπτός

able to be obtained or gained 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acquirable
συγκριτικός βαθμός
more acquirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Knowledge is acquirable through study and experience. 

Η γνώση είναι αποκτήσιμη μέσω της μελέτης και της εμπειρίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store