Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acquirable
01
αποκτήσιμος, προσληπτός
able to be obtained or gained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acquirable
συγκριτικός βαθμός
more acquirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Knowledge is acquirable through study and experience.
Η γνώση είναι αποκτήσιμη μέσω της μελέτης και της εμπειρίας.
Λεξικό Δέντρο
acquirable
acquire



























