Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acquirable
01
αποκτήσιμος, προσληπτός
able to be obtained or gained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acquirable
συγκριτικός βαθμός
more acquirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Wealth is acquirable through smart investments and hard work.
Ο πλούτος είναι επιτεύξιμος μέσω έξυπνων επενδύσεων και σκληρής δουλειάς.
Λεξικό Δέντρο
acquirable
acquire



























