acquirement
acq
ˈək
ēk
uire
waɪə
vaie
ment
mənt
mēnt
retirement

Ορισμός και σημασία του "acquirement"στα αγγλικά

01

απόκτηση, δεξιότητα

an ability or skill that has been developed through training or practice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
acquirements
Παραδείγματα
His acquirement of martial arts skills was evident in his precise movements. 

Η απόκτηση δεξιοτήτων πολεμικών τεχνών του ήταν εμφανής στις ακριβείς κινήσεις του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

acquirement
acquire
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store