Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acquirement
01
απόκτηση, δεξιότητα
an ability or skill that has been developed through training or practice
Παραδείγματα
The acquirement of culinary skills allowed him to prepare gourmet meals effortlessly.
Η απόκτηση μαγειρικών δεξιοτήτων του επέτρεψε να ετοιμάζει γκουρμέ γεύματα χωρίς κόπο.
Λεξικό Δέντρο
acquirement
acquire



























