to acquihire
acq
ˈæk
āk
ui
vi
hire
haɪə
haie
acquire

Ορισμός και σημασία του "acquihire"στα αγγλικά

to acquihire
01

ακουιχάιρ, προσλαμβάνω μέσω εξαγοράς

to acquire a company mainly to recruit its employees rather than its products or services 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acquihire
γ΄ ενικό πρόσωπο
acquihires
ενεστώτα μετοχή
acquihiring
απλός αόριστος
acquihired
παθητική μετοχή
acquihired
Παραδείγματα
The tech giant acquihired the small startup for its talented team. 

Ο τεχνολογικός γίγαντας έκανε acquihire της μικρής νεοφυούς επιχείρησης για την ταλαντούχα ομάδα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store