to acquiesce
acq
ˌæk
āk
uiesce
ˈwiɛs
vies
Invernessrepossesstherenessfluoresce

Ορισμός και σημασία του "acquiesce"στα αγγλικά

to acquiesce
01

παραχωρώ, παραιτούμαι

to reluctantly accept something without protest 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acquiesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
acquiesces
ενεστώτα μετοχή
acquiescing
απλός αόριστος
acquiesced
παθητική μετοχή
acquiesced
Παραδείγματα
The student, unable to convince the teacher otherwise, acquiesced and accepted the lower grade on the assignment. 

Ο μαθητής, ανίκανος να πείσει τον δάσκαλο για το αντίθετο, παραχώρησε και δέχτηκε τον χαμηλότερο βαθμό στην εργασία.

Λεξικό Δέντρο

acquiescence
acquiescent
acquiesce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store