Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to acquiesce
01
παραχωρώ, παραιτούμαι
to reluctantly accept something without protest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acquiesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
acquiesces
ενεστώτα μετοχή
acquiescing
απλός αόριστος
acquiesced
παθητική μετοχή
acquiesced
Παραδείγματα
The board of directors reluctantly acquiesced to the CEO's decision, even though some members disagreed.
Το διοικητικό συμβούλιο συμφώνησε απρόθυμα με την απόφαση του CEO, αν και κάποια μέλη διαφωνούσαν.
Λεξικό Δέντρο
acquiescence
acquiescent
acquiesce



























