Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to acquiesce
01
παραχωρώ, παραιτούμαι
to reluctantly accept something without protest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acquiesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
acquiesces
ενεστώτα μετοχή
acquiescing
απλός αόριστος
acquiesced
παθητική μετοχή
acquiesced
Παραδείγματα
The student, unable to convince the teacher otherwise, acquiesced and accepted the lower grade on the assignment.
Ο μαθητής, ανίκανος να πείσει τον δάσκαλο για το αντίθετο, παραχώρησε και δέχτηκε τον χαμηλότερο βαθμό στην εργασία.
Λεξικό Δέντρο
acquiescence
acquiescent
acquiesce



























