acoustics
a
ə
ē
cous
ˈku:s
koos
tics
tɪks
tiks

Ορισμός και σημασία του "acoustics"στα αγγλικά

01

ακουστική, επιστήμη της ακουστικής

the branch of physics concerned with the generation, transmission, and effects of sound waves in gases, liquids, and solids 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
Παραδείγματα
The concert hall's excellent acoustics enhance the audience's listening experience. 

Η εξαιρετική ακουστική της αίθουσας συναυλιών ενισχύει την ακουστική εμπειρία του κοινού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

acoustics
acoust
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store