Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stirring
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stirring
συγκριτικός βαθμός
more stirring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His stirring performance in the play left the audience deeply moved.
Η συγκινητική του ερμηνεία στο έργο άφησε το κοινό βαθιά συγκινημένο.
Stirring
01
ανακάτεμα, αναδεύω
the act of mixing a liquid or substance using a spoon or another tool
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
A gentle stirring kept the soup from sticking to the pot.
Μια απαλή ανακίνηση εμπόδιζε την σούπα να κολλήσει στην κατσαρόλα.
Παραδείγματα
The speech caused a stirring of hope among the crowd.
Η ομιλία προκάλεσε ένα κύμα ελπίδας στο πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
stirringly
stirring
stir



























