stirring
sti
ˈstɜ:
stē
rring
rɪng
ring
steeringstringstarring

Ορισμός και σημασία του "stirring"στα αγγλικά

01

συγκινητικός, συναρπαστικός

evoking strong emotions, often excitement or enthusiasm 
stirring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stirring
συγκριτικός βαθμός
more stirring
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, performance, experience
Παραδείγματα
His stirring performance in the play left the audience deeply moved. 

Η συγκινητική του ερμηνεία στο έργο άφησε το κοινό βαθιά συγκινημένο.

01

ανακάτεμα, αναδεύω

the act of mixing a liquid or substance using a spoon or another tool 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
A gentle stirring kept the soup from sticking to the pot. 

Μια απαλή ανακίνηση εμπόδιζε την σούπα να κολλήσει στην κατσαρόλα.

02

συγκίνηση, ξύπνημα

a beginning sign or slight movement of emotion, activity, or change 
Παραδείγματα
The speech caused a stirring of hope among the crowd. 

Η ομιλία προκάλεσε ένα κύμα ελπίδας στο πλήθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stirringly
stirring
stir
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store