Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stirring
01
ανακάτεμα, αναδεύω
the act of mixing a liquid or substance using a spoon or another tool
Παραδείγματα
She resumed the stirring of the tea, lost in thought.
Συνέχισε το ανακάτεμα του τσαγιού, χαμένη στις σκέψεις της.
Παραδείγματα
Her words awakened a stirring of old memories.
Τα λόγια της ξύπνησαν μια δόνηση παλιών αναμνήσεων.
Λεξικό Δέντρο
stirringly
stirring
stir



























