to steam
steam
stim
stim
stream

Ορισμός και σημασία του "steam"στα αγγλικά

to steam
01

ατμίζω, εκλύω ατμό

to release hot water vapor into the air 
Intransitive
to steam definition and meaning
Παραδείγματα
As the kettle heated up, it began to steam, signaling that the water was boiling. 

Καθώς η κατσαρόλα ζεσταινόταν, άρχισε να ατμίζει, σηματοδοτώντας ότι το νερό βράζει.

02

μαγειρεύω στον ατμό, ατμοποιώ

to cook using the steam of boiling water 
Transitive: to steam food
to steam definition and meaning
Παραδείγματα
She loves to steam vegetables for a healthy side dish. 

Αγαπά να μαγειρεύει στον ατμό τα λαχανικά για ένα υγιεινό συνοδευτικό.

03

ταξιδεύω με ατμόπλοιο, κινώ με ατμοκίνητους κινητήρες

(of a ship or train) to travel using engines fueled by steam 
Intransitive: to steam to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
steam
γ΄ ενικό πρόσωπο
steams
ενεστώτα μετοχή
steaming
απλός αόριστος
steamed
παθητική μετοχή
steamed
Παραδείγματα
The steamship steamed across the Atlantic Ocean, carrying passengers and cargo to New York City. 

Το ατμόπλοιο διέσχισε τον Ατλαντικό Ωκεανό, μεταφέροντας επιβάτες και φορτίο στη Νέα Υόρκη.

04

ατμοποιώ, απολυμαίνω με ατμό

to subject something to hot water vapor for cleaning, sanitizing, or treating purposes 
Transitive: to steam sth
Παραδείγματα
The kitchen staff regularly steam the restaurant's stainless steel appliances. 

Το προσωπικό της κουζίνας ατμοποιεί τακτικά τις συσκευές από ανοξείδωτο χάλυβα του εστιατορίου.

05

θυμώνω, βράζω

to become angry or enraged 
Intransitive
Παραδείγματα
He began to steam when he realized his car had been towed from the no-parking zone. 

Άρχισε να βράζει όταν συνειδητοποίησε ότι το αυτοκίνητό του είχε ρυμουλκηθεί από την απαγορευμένη για στάθμευση ζώνη.

06

εξατμίζομαι, αχνίζω

to rise as or turn into vapor 
Intransitive
Παραδείγματα
The hot soup continued to steam as it simmered on the stove. 

Η ζεστή σούπα συνέχιζε να αχνίζει καθώς βραζόταν στη σόμπα.

01

ατμός

the hot gas produced when water is heated to the boiling point 
steam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Steam rose from the kettle as the water reached its boiling point. 

Ο ατμός ανέβηκε από την κατσαρόλα καθώς το νερό έφτανε στο σημείο βρασμού του.

1.1

ατμός, ενέργεια ατμού

energy or power produced by the pressure of boiling water vapor 
Παραδείγματα
The factory operated using steam from the boilers. 

Το εργοστάσιο λειτουργούσε χρησιμοποιώντας ατμό από τους λέβητες.

Λεξικό Δέντρο

steamed
steamer
steaming
steam
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store