Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beguile
01
γοητεύω με απάτη, καταφέρνω με εξαπάτηση
to deceptively attract or charm people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beguile
γ΄ ενικό πρόσωπο
beguiles
ενεστώτα μετοχή
beguiling
απλός αόριστος
beguiled
παθητική μετοχή
beguiled
02
εξαπατώ, γοητεύω
to deceive or trick someone into doing something by using clever and tricky methods
Παραδείγματα
The politician 's promises beguiled voters during the campaign, but disappointment followed.
Οι υποσχέσεις του πολιτικού εξαπάτησαν τους ψηφοφόρους κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, αλλά ακολούθησε απογοήτευση.
Λεξικό Δέντρο
beguiled
beguilement
beguiler
beguile



























