begleri
beg
ˈbɛg
beg
le
lɛə
leē
ri
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "begleri"στα αγγλικά

01

ένα begleri, ένα ελληνικό παιχνίδι δεξιοτεχνίας με ένα σχοινί και χάντρες ή βάρη που χρησιμοποιείται για κόλπα ανατροπής και περιστροφής μεταξύ των δακτύλων

a Greek skill toy with a string and beads or weights used for flipping and spinning tricks between fingers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
begleri
Παραδείγματα
He practiced with his begleri every day to learn new tricks. 

Εξασκούνταν με τα begleri του κάθε μέρα για να μάθει νέα κόλπα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store