Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Begleri
01
ένα begleri, ένα ελληνικό παιχνίδι δεξιοτεχνίας με ένα σχοινί και χάντρες ή βάρη που χρησιμοποιείται για κόλπα ανατροπής και περιστροφής μεταξύ των δακτύλων
a Greek skill toy with a string and beads or weights used for flipping and spinning tricks between fingers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
begleri
Παραδείγματα
He practiced with his begleri every day to learn new tricks.
Εξασκούνταν με τα begleri του κάθε μέρα για να μάθει νέα κόλπα.



























