beguiling
be
bi
gui
ˈgaɪ
gai
ling
lɪng
ling
compilingunsmilingstylingsmiling

Ορισμός και σημασία του "beguiling"στα αγγλικά

01

γοητευτικός, δελεαστικός

charmingly attractive or enticing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beguiling
συγκριτικός βαθμός
more beguiling
διαβαθμίσιμο
02

γοητευτικός, παραπλανητικός

misleading by means of pleasant or alluring methods 

Λεξικό Δέντρο

beguiling
beguile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store