beguiling
be
μπι
gui
ˈgaɪ
γκαι
ling
lɪng
λινγκ
/bɪɡˈa‍ɪlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "beguiling"στα αγγλικά

01

γοητευτικός, δελεαστικός

charmingly attractive or enticing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beguiling
συγκριτικός βαθμός
more beguiling
διαβαθμίσιμο
02

γοητευτικός, παραπλανητικός

misleading by means of pleasant or alluring methods

Λεξικό Δέντρο

beguiling
beguile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store