behavioral
Pronunciation
/biˈheɪvjɝəɫ/, /bɪˈheɪvjɝəɫ/
behavioural

Ορισμός και σημασία του "behavioral"στα αγγλικά

behavioral
01

συμπεριφορικός, σχετικός με τη συμπεριφορά

related to actions or conduct, particularly in terms of psychology or observable behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Understanding behavioral cues can improve communication in relationships.
Η κατανόηση των συμπεριφορικών ενδείξεων μπορεί να βελτιώσει την επικοινωνία στις σχέσεις.

Λεξικό Δέντρο

behavioral
behavior
behave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store