to behead
be
bi:
bi
head
hɛd
hed
bedhead

Ορισμός και σημασία του "behead"στα αγγλικά

to behead
01

αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι

to cut off someone's head 
Transitive: to behead sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
behead
γ΄ ενικό πρόσωπο
beheads
ενεστώτα μετοχή
beheading
απλός αόριστος
beheaded
παθητική μετοχή
beheaded
Παραδείγματα
In medieval times, executioners would behead criminals in public squares. 

Στους μεσαιωνικούς χρόνους, οι δήμιοι αποκεφάλιζαν εγκληματίες σε δημόσιες πλατείες.

Λεξικό Δέντρο

beheaded
beheading
behead
head
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store