behead
be
bi:
μπη
head
hɛd
χεντ
/bɪhˈɛd/

Ορισμός και σημασία του "behead"στα αγγλικά

to behead
01

αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι

to cut off someone's head
Transitive: to behead sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
behead
γ΄ ενικό πρόσωπο
beheads
ενεστώτα μετοχή
beheading
απλός αόριστος
beheaded
παθητική μετοχή
beheaded
Παραδείγματα
The folklore tale told of a mythical creature that could behead its victims with a single bite.
Η λαϊκή ιστορία μιλούσε για ένα μυθικό πλάσμα που μπορούσε να αποκεφαλίσει τα θύματά του με ένα δάγκωμα.

Λεξικό Δέντρο

beheaded
beheading
behead
head
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store