ache
ache
eɪk
eik
sakemakehakefake

Ορισμός και σημασία του "ache"στα αγγλικά

01

πόνος, ενοχλήσεις

a continuous pain in a part of the body, often not severe 
ache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aches
Παραδείγματα
After the long hike, I had an ache in my legs. 

Μετά τη μεγάλη πεζοπορία, είχα πόνο στα πόδια.

to ache
01

πονάω, υποφέρω

to feel a prolonged physical pain in a part of one's body, especially one that is not severe 
Intransitive
to ache definition and meaning
Παραδείγματα
After a long day of work, her back began to ache from sitting at the desk. 

Μετά από μια μακρά μέρα δουλειάς, η πλάτη της άρχισε να πονάει από το κάθισμα στο γραφείο.

02

λαχταρώ, ποθώ

to experience a powerful and enduring longing or yearning for something or someone who is absent 
Intransitive: to ache for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ache
γ΄ ενικό πρόσωπο
aches
ενεστώτα μετοχή
aching
απλός αόριστος
ached
παθητική μετοχή
ached
Παραδείγματα
She ached for the days when her family would gather for holidays. 

Πόθει τις μέρες που η οικογένειά της συγκεντρωνόταν για τις γιορτές.

03

πονάω, προκαλώ πόνο

to cause a persistent or dull pain 
Intransitive
Παραδείγματα
The injury from the fall continued to ache, making it hard to move freely. 

Ο τραυματισμός από την πτώση συνέχιζε να πονάει, καθιστώντας δύσκολη την ελεύθερη κίνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store