Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to covet
01
επιθυμώ παθιασμένα, λαχταρώ
to have an intense and often inappropriate desire to possess something that belongs to someone else
Transitive: to covet sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
covet
γ΄ ενικό πρόσωπο
covets
ενεστώτα μετοχή
coveting
απλός αόριστος
coveted
παθητική μετοχή
coveted
Παραδείγματα
She covets her neighbor's luxurious car and dreams of owning one.
Αυτή επιθυμεί πολύ το πολυτελές αυτοκίνητο του γείτονά της και ονειρεύεται να έχει ένα.
Λεξικό Δέντρο
coveted
covet



























