to covet
Pronunciation
/ˈkəvət/

Ορισμός και σημασία του "covet"στα αγγλικά

to covet
01

επιθυμώ παθιασμένα, λαχταρώ

to have an intense and often inappropriate desire to possess something that belongs to someone else
Transitive: to covet sth
to covet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
covet
γ΄ ενικό πρόσωπο
covets
ενεστώτα μετοχή
coveting
απλός αόριστος
coveted
παθητική μετοχή
coveted
Παραδείγματα
We should focus on appreciating what we have rather than coveting what others possess.
Θα πρέπει να εστιάζουμε στην εκτίμηση αυτών που έχουμε παρά στο να επιθυμούμε αυτά που κατέχουν οι άλλοι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store