Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
covetous
01
άπληστος, ζηλιάρης
having an intense desire or craving for something, especially something that belongs to someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most covetous
συγκριτικός βαθμός
more covetous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was covetous of his colleague's promotion and hoped to one day reach the same position.
Ήταν φθονερός για την προαγωγή του συναδέλφου του και ελπίζει να φτάσει την ίδια θέση μια μέρα.
Λεξικό Δέντρο
covetously
covetousness
covetous



























