ache
Pronunciation
/eɪk/

Ορισμός και σημασία του "ache"στα αγγλικά

01

πόνος, ενοχλήσεις

a continuous pain in a part of the body, often not severe
ache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aches
Παραδείγματα
She woke up with a dull ache in her neck.
Ξύπνησε με έναν πόνο στο λαιμό της.
to ache
01

πονάω, υποφέρω

to feel a prolonged physical pain in a part of one's body, especially one that is not severe
Intransitive
to ache definition and meaning
Παραδείγματα
Her knees frequently ache during colder weather.
Τα γόνατά της πονούν συχνά κατά τη διάρκεια ψυχρότερων καιρικών συνθηκών.
02

λαχταρώ, ποθώ

to experience a powerful and enduring longing or yearning for something or someone who is absent
Intransitive: to ache for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ache
γ΄ ενικό πρόσωπο
aches
ενεστώτα μετοχή
aching
απλός αόριστος
ached
παθητική μετοχή
ached
Παραδείγματα
The soldier ached for home as he read the letters from his family.
Ο στρατιώτης πόθειε το σπίτι του καθώς διάβαζε τις επιστολές της οικογένειάς του.
03

πονάω, προκαλώ πόνο

to cause a persistent or dull pain
Intransitive
Παραδείγματα
The pressure from the long hours of work ached in his shoulders and neck.
Η πίεση από τις πολλές ώρες εργασίας πόνεσε στους ώμους και στο λαιμό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store