Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Separation
01
διαχωρισμός
the state in which a couple decide to live apart while they are still legally married
Παραδείγματα
After years of marital discord, they decided to pursue a legal separation rather than immediately filing for divorce.
Μετά από χρόνια συζυγικής διχόνοιας, αποφάσισαν να επιδιώξουν νομικό διαζύγιο (χωριστή διαβίωση) αντί να υποβάλουν αμέσως αίτηση διαζυγίου.
02
διαχωρισμός, αποσύνδεση
the act or process of becoming physically detached or disconnected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
separations
Παραδείγματα
The rope snapped, causing the separation of the boat from the dock.
Το σχοινί σπάστηκε, προκαλώντας τον διαχωρισμό της βάρκας από την προβλήτα.
03
διαχωρισμός, αποσύνδεση
a state in which elements, individuals, or groups are not joined or cohesive
Παραδείγματα
Political factions exist in a state of separation.
Οι πολιτικές φατρίες υπάρχουν σε κατάσταση διαχωρισμού.
04
χωρισμός, απομάκρυνση
the act of leaving, distancing oneself, or parting from others
Παραδείγματα
Their separation at the train station was emotional.
Ο χωρισμός τους στον σταθμό του τρένου ήταν συναισθηματικός.
05
διαχωρισμός, ταξινόμηση
the act of sorting, classifying, or distinguishing one item from others
Παραδείγματα
Separation of recyclable materials is mandatory.
Ο διαχωρισμός των ανακυκλώσιμων υλικών είναι υποχρεωτικός.
06
διαχωρισμός, απόσταση
the physical or measurable space between two or more objects
Παραδείγματα
The separation between the buildings is ten meters.
Η απόσταση μεταξύ των κτιρίων είναι δέκα μέτρα.
07
απόλυση, διαχωρισμός
the ending of employment, whether by resignation, dismissal, or retirement
Παραδείγματα
His separation from the company was amicable.
Ο διαχωρισμός του από την εταιρεία ήταν φιλικός.
Λεξικό Δέντρο
separationism
separationist
separation
separate
separ



























