Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
separately
01
χωριστά, ατομικά
in a way that involves each person or item acting or being considered on its own
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
Although they live in the same building, they commute separately.
Παρόλο που ζουν στο ίδιο κτίριο, μετακινούνται ξεχωριστά.
1.1
ξεχωριστά, χωριστά
in a manner that causes or shows physical division
Παραδείγματα
The two wires must be kept separately to prevent short-circuiting.
Τα δύο καλώδια πρέπει να διατηρούνται ξεχωριστά για να αποφευχθεί βραχυκύκλωμα.
Λεξικό Δέντρο
separately
separate



























