Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scrambled
01
ανακατεμένος, μπερδεμένος
mixed or disrupted in a disordered manner
Παραδείγματα
The scrambled phone numbers in her address book made it difficult to find contacts.
Οι ανακατεμένοι αριθμοί τηλεφώνου στο βιβλίο διευθύνσεών της έκαναν δύσκολη την εύρεση επαφών.



























