scrambled
scram
ˈskræm
skrām
bled
bəld
bēld

Ορισμός και σημασία του "scrambled"στα αγγλικά

01

ανακατεμένος, μπερδεμένος

mixed or disrupted in a disordered manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scrambled
συγκριτικός βαθμός
more scrambled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scrambled letters on the sign made it difficult to read. 

Τα ανακατεμένα γράμματα στην πινακίδα έκαναν δύσκολη την ανάγνωση.

Λεξικό Δέντρο

scrambled
scramble
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store