Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrage
01
γρατζουνίζω, ξεφλουδίζω το δέρμα
to scratch or cut the skin or a surface of something
Dialect
British
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrages
ενεστώτα μετοχή
scraging
απλός αόριστος
scraged
παθητική μετοχή
scraged
Παραδείγματα
She scraged her leg on the rough concrete.
Γρατζούνισε το πόδι της στον τραχύ σκυρόδεμα.
Scrage
01
γρατζουνιά, ξέγραμμα
a scratch or cut on the skin or surface
Dialect
British
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrages
Παραδείγματα
I noticed a scrage on my phone screen.
Παρατήρησα μια γρατζουνιά στην οθόνη του τηλεφώνου μου.



























