Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scram
01
τσακώνω, φεύγω βιαστικά
to move hurriedly, especially to escape or to leave a place abruptly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scram
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrams
ενεστώτα μετοχή
scramming
απλός αόριστος
scrammed
παθητική μετοχή
scrammed
Παραδείγματα
When the fire alarm sounded, the students had to scram out of the building in an orderly manner.
Όταν χτύπησε ο συναγερμός πυρκαγιάς, οι φοιτητές έπρεπε να το σκάσουν από το κτίριο με οργανωμένο τρόπο.



























