scraggly
scragg
ˈskræg
σκραιγκ
ly
li
λι
/skɹˈæɡli/

Ορισμός και σημασία του "scraggly"στα αγγλικά

01

ακατάστατος, ατημέλητος

uneven, unkempt, or ragged in appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
scraggliest
συγκριτικός βαθμός
scragglier
διαβαθμίσιμο
02

αδύνατος, λεπτός

being very thin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store