scraggy
scra
ˈskræ
skrā
ggy
gi
gi
scraggly

Ορισμός και σημασία του "scraggy"στα αγγλικά

01

αδύνατος, κοκαλιάρης

thin, bony, or skinny in an unattractive or unhealthy way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
scraggiest
συγκριτικός βαθμός
scraggier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, health, body
02

κοκαλιάρης, ανώμαλος

having a sharply uneven surface or outline 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scraggy
scrag
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store