scowl
scowl
skaʊl
σκαουλ
/skˈa‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "scowl"στα αγγλικά

to scowl
01

συνοφρυώνομαι, κοιτάζω με βλοσυρό ύφος

to frown in a sullen or angry way
Intransitive
to scowl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
scowls
ενεστώτα μετοχή
scowling
απλός αόριστος
scowled
παθητική μετοχή
scowled
Παραδείγματα
She scowled, making her feelings clear without a word.
Αυτή σούφρωσε τα φρύδια της, κάνοντας τα συναισθήματά της ξεκάθαρα χωρίς λέξη.
01

συνοφρύωμα, θυμωμένη έκφραση

a sullen or angry frown signifying displeasure
scowl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scowls
Παραδείγματα
Her scowl softened into a reluctant smile.
Η συνοφρυωμένη της έκφραση μαλάκωσε σε ένα απρόθυμο χαμόγελο.

Λεξικό Δέντρο

scowling
scowl
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store