Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scowl
01
συνοφρυώνομαι, κοιτάζω με βλοσυρό ύφος
to frown in a sullen or angry way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
scowls
ενεστώτα μετοχή
scowling
απλός αόριστος
scowled
παθητική μετοχή
scowled
Παραδείγματα
She scowled, making her feelings clear without a word.
Αυτή σούφρωσε τα φρύδια της, κάνοντας τα συναισθήματά της ξεκάθαρα χωρίς λέξη.
Scowl
01
συνοφρύωμα, θυμωμένη έκφραση
a sullen or angry frown signifying displeasure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scowls
Παραδείγματα
Her scowl softened into a reluctant smile.
Η συνοφρυωμένη της έκφραση μαλάκωσε σε ένα απρόθυμο χαμόγελο.



























