to scowl
scowl
skaʊl
σκαουλ
growlprowlafoulfoul

Ορισμός και σημασία του "scowl"στα αγγλικά

to scowl
01

συνοφρυώνομαι, κοιτάζω με βλοσυρό ύφος

to frown in a sullen or angry way 
Intransitive
to scowl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
scowls
ενεστώτα μετοχή
scowling
απλός αόριστος
scowled
παθητική μετοχή
scowled
Παραδείγματα
She scowled at the noisy children. 

Αυτή σούφρωσε τα φρύδια στα θορυβητικά παιδιά.

01

συνοφρύωμα, θυμωμένη έκφραση

a sullen or angry frown signifying displeasure 
scowl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scowls
Παραδείγματα
His scowl warned them to stay away. 

Η συνοφρυωμένη του ματιά τους προειδοποίησε να μείνουν μακριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scowling
scowl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store