Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrage
01
γρατζουνίζω, ξεφλουδίζω το δέρμα
to scratch or cut the skin or a surface of something
Dialect
British
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrages
ενεστώτα μετοχή
scraging
απλός αόριστος
scraged
παθητική μετοχή
scraged
Παραδείγματα
I scraged my arm on that fence.
Έγδαρσα το μπράτσο μου σε εκείνο τον φράχτη.
Scrage
01
γρατζουνιά, ξέγραμμα
a scratch or cut on the skin or surface
Dialect
British
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrages
Παραδείγματα
He had a nasty scrage from the dog bite.
Είχε ένα άσχημο γδάρσιμο από το δάγκωμα του σκύλου.



























