Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrap
01
πετώ, απαλλάσσομαι από
to get rid of something that is old or no longer of use
Transitive: to scrap old objects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
scraps
ενεστώτα μετοχή
scrapping
απλός αόριστος
scrapped
παθητική μετοχή
scrapped
Παραδείγματα
The factory recently scrapped outdated machinery and invested in new technology.
Το εργοστάσιο πρόσφατα απόρριψε παρωχημένα μηχανήματα και επένδυσε σε νέα τεχνολογία.
02
πετώ, εγκαταλείπω
to throw away or give up something that is no longer useful or needed
Transitive: to scrap sth
Παραδείγματα
The team had to scrap the proposal after the client requested major changes.
Η ομάδα έπρεπε να απορρίψει την πρόταση αφού ο πελάτης ζήτησε σημαντικές αλλαγές.
03
τσακώνομαι, διαφωνώ
to engage in a physical or verbal argument or conflict
Intransitive
Παραδείγματα
The two boys scrapped in the playground, but no one was seriously hurt.
Τα δύο αγόρια τσακώθηκαν στην παιδική χαρά, αλλά κανείς δεν τραυματίστηκε σοβαρά.
Scrap
01
σκραπ, απορρίμματα
worthless material that is to be disposed of
02
θραύσμα, κομμάτι
a small fragment of something broken off from the whole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scraps
03
τσακωμός, καβγάς
a brief quarrel or fight
04
κομμάτι, θραύσμα
a small piece of something that is left over after the rest has been used
Λεξικό Δέντρο
scraper
scraping
scrapper
scrap



























