Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrap
01
πετώ, απαλλάσσομαι από
to get rid of something that is old or no longer of use
Transitive: to scrap old objects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
scraps
ενεστώτα μετοχή
scrapping
απλός αόριστος
scrapped
παθητική μετοχή
scrapped
Παραδείγματα
When upgrading the computer system, the IT department had to scrap the old hardware.
Κατά την αναβάθμιση του συστήματος υπολογιστών, το τμήμα πληροφορικής έπρεπε να απορρίψει το παλιό υλικό.
02
πετώ, εγκαταλείπω
to throw away or give up something that is no longer useful or needed
Transitive: to scrap sth
Παραδείγματα
She scrapped her plans for the weekend when the weather turned bad.
Ακύρωσε τα σχέδιά της για το σαββατοκύριακο όταν ο καιρός χάλασε.
03
τσακώνομαι, διαφωνώ
to engage in a physical or verbal argument or conflict
Intransitive
Παραδείγματα
The two children started to scrap over the last piece of candy.
Τα δύο παιδιά άρχισαν να τσακώνονται για το τελευταίο γλυφιτζούρι.
Scrap
01
σκραπ, απορρίμματα
worthless material that is to be disposed of
02
θραύσμα, κομμάτι
a small fragment of something broken off from the whole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scraps
03
τσακωμός, καβγάς
a brief quarrel or fight
04
κομμάτι, θραύσμα
a small piece of something that is left over after the rest has been used
Λεξικό Δέντρο
scraper
scraping
scrapper
scrap



























