sad
sad
sæd
sād
salad

Ορισμός και σημασία του "sad"στα αγγλικά

01

λυπημένος,θλιμμένος, feeling bad or unhappy

emotionally bad or unhappy 
sad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
saddest
συγκριτικός βαθμός
sadder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He looked sad because he didn't get the job he wanted. 

Φαινόταν λυπημένος γιατί δεν πήρε τη δουλειά που ήθελε.

02

κακός, αξιολύπητος

having a bad or poor condition 
Παραδείγματα
The old car was in a sad state, with rust covering most of the body. 

Το παλιό αυτοκίνητο ήταν σε θλιβερή κατάσταση, με σκουριά να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της αμαξώματος.

03

θλιμμένος, λυπημένος

feeling sorrowful or sympathetic, often in response to someone else's misfortune 
Παραδείγματα
She felt sad for her friend who lost her job unexpectedly. 

Ένιωσε θλιμμένη για τη φίλη της που έχασε τη δουλειά της απροσδόκητα.

04

θλιμμένος, λυπημένος

causing feelings of unhappiness or sorrow 
Παραδείγματα
It was a sad story about the lost puppy finding its way home. 

Ήταν μια θλιβερή ιστορία για ένα χαμένο κουτάβι που βρήκε το δρόμο του γυρίζοντας σπίτι.

05

σκοτεινός, θαμπός

having a dark, deep, or muted color 
Παραδείγματα
The sky had a sad grey hue, signaling the storm approaching. 

Ο ουρανός είχε μια θλιμμένη γκρι απόχρωση, σηματοδοτώντας την επερχόμενη καταιγίδα.

06

βαρύς, συμπαγής

(of dough) dense and heavy, usually because it didn't rise properly during the baking process 
Παραδείγματα
The bread turned out sad, dense and flat, because the yeast didn't activate. 

Το ψωμί βγήκε θλιμμένο, πυκνό και επίπεδο, επειδή η μαγιά δεν ενεργοποιήθηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store