Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rudimentary
01
στοιχειώδης, βασικός
consisting of fundamental and basic principles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rudimentary
συγκριτικός βαθμός
more rudimentary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The guide provided only rudimentary instructions for assembling the furniture.
Ο οδηγός παρείχε μόνο στοιχειώδεις οδηγίες για τη συναρμολόγηση των επίπλων.
Παραδείγματα
The technology is still in a rudimentary phase.
Η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε πρωταρχική φάση.
2.1
στοιχειώδης, πρωτόγονος
(of a body part) only minimally developed, often lacking full form or function
Παραδείγματα
The hyrax has a rudimentary tail, barely visible and serving no apparent purpose.
Ο βραχύβιος έχει μια στοιχειώδη ουρά, που είναι μόλις ορατή και χωρίς εμφανή σκοπό.



























