rueful
rue
ˈru:
roo
ful
fəl
fēl
ruffleraffle

Ορισμός και σημασία του "rueful"στα αγγλικά

01

λυπημένος

showing sadness and regret inspired by compassion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rueful
συγκριτικός βαθμός
more rueful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him a rueful smile after hearing his sad story. 

Του έδωσε ένα θλιμμένο χαμόγελο αφού άκουσε την θλιβερή του ιστορία.

Λεξικό Δέντρο

ruefully
ruefulness
rueful
rue
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store