vestigial
ves
ˈvɛs
ves
ti
ti
gial
ʤiəl
jiēl

Ορισμός και σημασία του "vestigial"στα αγγλικά

01

υπολειμματικός, απομεινάρι

(of body parts) not as developed as it used to be in earlier relatives 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vestigial
συγκριτικός βαθμός
more vestigial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Whales have tiny vestigial hind legs buried deep in their bodies, remnants of when their ancient ancestors lived on land. 

Οι φάλαινες έχουν μικρά υπολειμματικά πίσω πόδια θαμμένα βαθιά μέσα στο σώμα τους, απομεινάρια από την εποχή που οι αρχαίοι πρόγονοί τους ζούσαν στη στεριά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store