Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vestigial
01
υπολειμματικός, απομεινάρι
(of body parts) not as developed as it used to be in earlier relatives
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vestigial
συγκριτικός βαθμός
more vestigial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, anatomy, evolution
Παραδείγματα
Whales have tiny vestigial hind legs buried deep in their bodies, remnants of when their ancient ancestors lived on land.
Οι φάλαινες έχουν μικρά υπολειμματικά πίσω πόδια θαμμένα βαθιά μέσα στο σώμα τους, απομεινάρια από την εποχή που οι αρχαίοι πρόγονοί τους ζούσαν στη στεριά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vestigial
vestige



























