Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vestigial
01
υπολειμματικός, απομεινάρι
(of body parts) not as developed as it used to be in earlier relatives
Παραδείγματα
He explored the ancient ruins, fascinated by the vestigial remains of the once-thriving city.
Εξερεύνησε τα αρχαία ερείπια, γοητευμένος από τα υπολειμματικά απομεινάρια της κάποτε ακμάζουσας πόλης.
Λεξικό Δέντρο
vestigial
vestige



























