robbery
Pronunciation
/ˈɹɑbɝi/

Ορισμός και σημασία του "robbery"στα αγγλικά

01

ληστεία, κλοπή

the crime of stealing money or goods from someone or somewhere, especially by violence or threat
robbery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
robberies
Παραδείγματα
The jewelry store was hit by a robbery in broad daylight, with expensive items stolen.
Το κοσμηματοπωλείο δέχθηκε ληστεία μέρα μεσημέρι, με ακριβά αντικείμενα να κλέβονται.
02

ληστεία, λεηλασία

the act of looting, plundering, or pillaging, especially during riots or wartime
Παραδείγματα
Civilians tried to protect their property from robbery during the riots.
Οι πολίτες προσπάθησαν να προστατεύσουν την περιουσία τους από τη ληστεία κατά τη διάρκεια των ταραχών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store