Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Robbery
01
ληστεία, κλοπή
the crime of stealing money or goods from someone or somewhere, especially by violence or threat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
robberies
Παραδείγματα
The bank was the target of a robbery, with the thieves escaping with a large sum of money.
Η τράπεζα ήταν στόχος ληστείας, με τους κλέφτες να διαφεύγουν με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.
02
ληστεία, λεηλασία
the act of looting, plundering, or pillaging, especially during riots or wartime
Παραδείγματα
The village suffered widespread robbery during the invasion.
Το χωριό υπέστη εκτεταμένη ληστεία κατά τη διάρκεια της εισβολής.



























