Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Riposte
01
ανταπάντηση, αντεπίθεση
a quick return attack in fencing following a successful defensive block
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ripostes
Παραδείγματα
The fencer's lightning riposte caught her opponent completely off guard.
Η αστραπιαία ανταπάντηση της ξιφομάχου πήρε την αντίπαλό της εντελώς απροετοίμαστη.
02
απάντηση, ανταπάντηση
a sharp, clever, or critical response to a comment or action
Παραδείγματα
Her riposte to the insult left the entire room silent.
Η ανταπάντησή της στην προσβολή άφησε όλο το δωμάτιο σιωπηλό.
to riposte
01
ανταπαντώ, απαντώ
to respond quickly and often sharply to a comment or criticism
Intransitive: to riposte | to riposte to sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
riposte
γ΄ ενικό πρόσωπο
ripostes
ενεστώτα μετοχή
riposting
απλός αόριστος
riposted
παθητική μετοχή
riposted
Παραδείγματα
She riposted with a sarcastic remark that ended the argument.
Αυτή ανταπάντησε με μια σαρκαστική παρατήρηση που τερμάτισε τη διαμάχη.
02
ανταπαντώ, αντεπιτίθεμαι
to counterattack in fencing immediately after parrying an opponent's attack
Intransitive
Παραδείγματα
The fencer riposted with lightning speed after blocking the strike.
Ο ξιφομάχος ανταπάντησε με ταχύτητα αστραπής μετά την αποκρούση της επίθεσης.



























