Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ripping
01
εξαιρετικός, υπέροχος
very good; of the highest quality
02
σκίζων, σχίζων
resembling a sound of violent tearing as of something ripped apart or lightning splitting a tree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ripping
συγκριτικός βαθμός
more ripping
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
ripping
rip



























