to ripple
Pronunciation
/ˈɹɪpəɫ/

Ορισμός και σημασία του "ripple"στα αγγλικά

to ripple
01

κυματίζω, γοργολίζω

to flow with irregular movements, often making a bubbling sound
Intransitive
to ripple definition and meaning
Παραδείγματα
The surface of the river rippled when the boat passed by.
Η επιφάνεια του ποταμού κυματίστηκε όταν πέρασε η βάρκα.
02

κυματίζω, δημιουργώ μικρά κύματα

to create small waves or undulations on the surface of water
Transitive: to ripple water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ripple
γ΄ ενικό πρόσωπο
ripples
ενεστώτα μετοχή
rippling
απλός αόριστος
rippled
παθητική μετοχή
rippled
Παραδείγματα
The wind rippled the surface of the ocean, creating a shimmering effect.
Ο άνεμος κυματοποίησε την επιφάνεια του ωκεανού, δημιουργώντας ένα λαμπερό εφέ.
01

μια κυματισμός, μια μικρή κύμα

a slight wave or series of waves on the water's surface caused by a breeze or a disturbance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ripples
Παραδείγματα
She watched the ripples spread out from where the fish had jumped.
Παρακολούθησε τις μικρές κυματισμούς να απλώνονται από το σημείο όπου πήδηξε το ψάρι.
02

κυματισμός, ταλάντωση

(electronics) an oscillation of small amplitude imposed on top of a steady value

Λεξικό Δέντρο

rippled
rippling
ripple
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store