Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ripple
01
κυματίζω, γοργολίζω
to flow with irregular movements, often making a bubbling sound
Intransitive
Παραδείγματα
The stream rippled gently over the smooth stones.
Το ρυάκι κυματιζόταν απαλά πάνω από τα λεία πετράδια.
02
κυματίζω, δημιουργώ μικρά κύματα
to create small waves or undulations on the surface of water
Transitive: to ripple water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ripple
γ΄ ενικό πρόσωπο
ripples
ενεστώτα μετοχή
rippling
απλός αόριστος
rippled
παθητική μετοχή
rippled
Παραδείγματα
The breeze rippled the surface of the lake, creating gentle waves.
Η αύρα κυματοδότησε την επιφάνεια της λίμνης, δημιουργώντας απαλά κύματα.
Ripple
01
μια κυματισμός, μια μικρή κύμα
a slight wave or series of waves on the water's surface caused by a breeze or a disturbance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ripples
Παραδείγματα
The stone created a ripple as it skipped across the pond.
Η πέτρα δημιούργησε ένα κύμα καθώς πήδαγε πάνω από τη λίμνη.
02
κυματισμός, ταλάντωση
(electronics) an oscillation of small amplitude imposed on top of a steady value
Λεξικό Δέντρο
rippled
rippling
ripple



























