Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repulsive
01
αηδιαστικός, απωθητικός
causing a strong feeling of disgust or dislike
Παραδείγματα
His repulsive behavior towards his colleagues made them want to distance themselves from him.
Η απωθητική του συμπεριφορά απέναντι στους συναδέλφους του τους έκανε να θέλουν να απομακρυνθούν από αυτόν.
Παραδείγματα
The official 's repulsive formality discouraged further questions.
Η απωθητική τυπικότητα του αξιωματούχου απέτρεψε περαιτέρω ερωτήσεις.
03
απωθητικός, απωθητικός
causing two objects or particles to push away from each other due to a force
Παραδείγματα
The repulsive behavior of charged ions helps maintain the structure of the molecule.
Η απωστική συμπεριφορά των φορτισμένων ιόντων βοηθά στη διατήρηση της δομής του μορίου.
Λεξικό Δέντρο
repulsively
repulsiveness
repulsive
repulse
pulse



























