Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repulsive
01
αηδιαστικός, απωθητικός
causing a strong feeling of disgust or dislike
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most repulsive
συγκριτικός βαθμός
more repulsive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The repulsive smell emanating from the garbage can made her feel nauseated.
Η αποκρουστική μυρωδιά που αναδυόταν από τον κάδο απορριμμάτων της προκάλεσε ναυτία.
Παραδείγματα
His repulsive manner made it hard to start a conversation.
Ο απωθητικός τρόπος του έκανε δύσκολο να ξεκινήσει μια συζήτηση.
03
απωθητικός, απωθητικός
causing two objects or particles to push away from each other due to a force
Παραδείγματα
Like magnetic poles produce a repulsive force when brought close together.
Ομοίοι μαγνητικοί πόλοι παράγουν μια απωστική δύναμη όταν φέρονται κοντά.
Λεξικό Δέντρο
repulsively
repulsiveness
repulsive
repulse
pulse



























