Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repurpose
01
αναπροσαρμόζω, ανακυκλώνω
to adapt or modify something for a different use or purpose than its original one
Transitive: to repurpose sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repurpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
repurposes
ενεστώτα μετοχή
repurposing
απλός αόριστος
repurposed
παθητική μετοχή
repurposed
Παραδείγματα
She repurposed old mason jars into stylish candle holders for the party decorations.
Μετατροπή παλιά βάζα Mason σε κομψά κηροπήγια για τα διακοσμητικά του πάρτυ.
Λεξικό Δέντρο
repurpose
purpose



























