Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repurpose
01
αναπροσαρμόζω, ανακυκλώνω
to adapt or modify something for a different use or purpose than its original one
Transitive: to repurpose sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repurpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
repurposes
ενεστώτα μετοχή
repurposing
απλός αόριστος
repurposed
παθητική μετοχή
repurposed
Παραδείγματα
The designer repurposed vintage fabrics to create one-of-a-kind garments for the fashion show.
Ο σχεδιαστής επανέχρησε παλιά υφάσματα για να δημιουργήσει μοναδικά ρούχα για την παράσταση μόδας.
Λεξικό Δέντρο
repurpose
purpose



























