reputable
re
ˈrɛ
re
pu
pjʊ
pyoo
table
təbl
tēbl
relatablerepayablerentablereparable

Ορισμός και σημασία του "reputable"στα αγγλικά

01

αξιόπιστος, με καλή φήμη

respected and trusted due to having a good reputation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reputable
συγκριτικός βαθμός
more reputable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reputable doctor is known for his expertise and compassionate care. 

Ο αξιόπιστος γιατρός είναι γνωστός για την εμπειρογνωμοσύνη και τη συμπονετική φροντίδα του.

Λεξικό Δέντρο

disreputable
reputability
reputably
reputable
repute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store