reputable
Pronunciation
/ˈɹɛpjətəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "reputable"στα αγγλικά

01

αξιόπιστος, με καλή φήμη

respected and trusted due to having a good reputation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reputable
συγκριτικός βαθμός
more reputable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reputable journalist is known for her integrity and unbiased reporting.
Ο αξιόπιστος δημοσιογράφος είναι γνωστός για την ακεραιότητα και την αμερόληπτη δημοσιογραφία της.

Λεξικό Δέντρο

disreputable
reputability
reputably
reputable
repute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store