Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remarkably
01
αξιοσημείωτα, εξαιρετικά
to a notable or extraordinary degree
Παραδείγματα
That child is remarkably fluent in three languages.
Αυτό το παιδί είναι αξιοσημείωτα ευέλικτο σε τρεις γλώσσες.
02
αξιοσημείωτα, με αξιοσημείωτο τρόπο
in a way that is unusually impressive, effective, or surprising
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She sang the aria remarkably, with both power and subtlety.
Τραγούδησε την άρια αξιοσημείωτα, με τόσο δύναμη όσο και λεπτότητα.
2.1
αξιοσημείωτα, εκπληκτικά
used to call attention to something surprising, unexpected, or worthy of note
Παραδείγματα
Remarkably, she passed the exam without any formal training.
Αξιοσημείωτα, πέρασε τις εξετάσεις χωρίς καμία επίσημη εκπαίδευση.
Λεξικό Δέντρο
unremarkably
remarkably
remarkable
remark
mark



























