rein
rein
reɪn
rein
reignresinrenin

Ορισμός και σημασία του "rein"στα αγγλικά

01

χαλινάρι, ηνίο

a strap or rope attached to a bridle, used by a rider to control a horse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reins
Παραδείγματα
She gently pulled on the rein to guide the horse to the left. 

Τράβηξε απαλά το χαλινάρι για να κατευθύνει το άλογο προς τα αριστερά.

02

ηνίο, έλεγχος

any means of control 
to rein
01

ελέγχω και κατευθύνω με ή σαν με χαλινάρια, κυβερνώ και οδηγώ με ή σαν με χαλινάρια

control and direct with or as if by reins 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rein
γ΄ ενικό πρόσωπο
reins
ενεστώτα μετοχή
reining
απλός αόριστος
reined
παθητική μετοχή
reined
02

κυμαίνω, κρατάω υπό έλεγχο

keep in check 
03

κρατάω τα ηνία, κατευθύνω με τα ηνία

to control or guide a horse using reins, which are straps or ropes attached to a bit in the horse's mouth 
Παραδείγματα
She gently reined in her horse as they approached the jump. 

Αυτή κράτησε απαλά το άλογό της καθώς πλησίαζαν στο άλμα.

04

σταματώ ή ελέγχω σαν τραβώντας τα ηνία, κυματίζω όπως με τα ηνία

stop or check by or as if by a pull at the reins 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store