Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reign
01
βασιλεύω, κυριαρχώ
to have control and authority over a place, like a country
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
reign
γ΄ ενικό πρόσωπο
reigns
ενεστώτα μετοχή
reigning
απλός αόριστος
reigned
παθητική μετοχή
reigned
Παραδείγματα
Throughout history, various dynasties have reigned over different regions with distinct policies.
Κατά τη διάρκεια της ιστορίας, διάφορες δυναστείες βασίλεψαν σε διαφορετικές περιοχές με διακριτικές πολιτικές.
02
βασιλεύω, κυριαρχώ
to be predominant or prevalent
Intransitive
Παραδείγματα
The company 's innovative technology reigned in the market for several years, setting a new standard for the industry.
Η καινοτόμος τεχνολογία της εταιρείας βασίλευε στην αγορά για αρκετά χρόνια, θέτοντας ένα νέο πρότυπο για τη βιομηχανία.
Reign
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reigns
Παραδείγματα
His reign was remembered for economic prosperity.
Η βασιλεία του θυμήθηκε για την οικονομική ευημερία.
02
βασιλεία, κυριαρχία
a time when a person, group, or thing holds influence, authority, or supremacy
Παραδείγματα
Her reign in the fashion world was unmatched.
Η βασιλεία της στον κόσμο της μόδας ήταν απαράμιλλη.
03
βασιλεία, κυριαρχία
the legal, political, or formal authority held by a monarch
Παραδείγματα
The dominion of the emperor represented the reign of a powerful dynasty.
Η κυριαρχία του αυτοκράτορα αντιπροσώπευε τη βασιλεία μιας ισχυρής δυναστείας.



























