to reign
reign
reɪn
rein
resign

Ορισμός και σημασία του "reign"στα αγγλικά

to reign
01

βασιλεύω, κυριαρχώ

to have control and authority over a place, like a country 
Intransitive
to reign definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
reign
γ΄ ενικό πρόσωπο
reigns
ενεστώτα μετοχή
reigning
απλός αόριστος
reigned
παθητική μετοχή
reigned
Παραδείγματα
The king reigned over the kingdom for decades, establishing a prosperous era. 

Ο βασιλιάς βασίλευε στο βασίλειο για δεκαετίες, καθιερώνοντας μια ευημερούσα εποχή.

02

βασιλεύω, κυριαρχώ

to be predominant or prevalent 
Intransitive
Παραδείγματα
Throughout history, various ideologies have reigned over different regions, shaping the cultural and political landscape. 

Κατά τη διάρκεια της ιστορίας, διάφορες ιδεολογίες κυριάρχησαν σε διαφορετικές περιοχές, διαμορφώνοντας το πολιτιστικό και πολιτικό τοπίο.

01

βασιλεία, βασιλεία

the length of time during which a king, queen, or other monarch rules 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reigns
Παραδείγματα
Queen Victoria's reign lasted over 63 years. 

Η βασιλεία της βασίλισσας Βικτωρίας διήρκεσε πάνω από 63 χρόνια.

02

βασιλεία, κυριαρχία

a time when a person, group, or thing holds influence, authority, or supremacy 
Παραδείγματα
The reign of the smartphone changed how we communicate. 

Η βασιλεία του smartphone άλλαξε τον τρόπο που επικοινωνούμε.

03

βασιλεία, κυριαρχία

the legal, political, or formal authority held by a monarch 
Παραδείγματα
The king exercised his reign with wisdom and fairness. 

Ο βασιλιάς ασκούσε τη βασιλεία του με σοφία και δικαιοσύνη.

Λεξικό Δέντρο

reigning
reign
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store